Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Η αγάπη είναι μπαλόνι

Ήταν μια φορά μια αγαπημένη οικογένεια. Ο μπαμπάς, η μαμά και δυο όμορφα παιδάκια, ένας γιός πέντε ετών και μια κόρη δυο ετών.
Μια μέρα καθώς ο μπαμπάς και ο γιός έπαιζαν στον καναπέ, ρώτησε το παιδί: 
-Μπαμπά ποιόν αγάπας περισσότερο; Εμένα ή την αδερφή μου;
-Άκου παιδί μου,
απάντησε αμέσως ο μπαμπάς,
-η αγάπη δεν κόβεται σε μερίδες όπως το ψωμί. Φαντάσου ότι η αγάπη είναι σαν ένα μπαλόνι. Όσο πιο πολλούς αγαπάς, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το μπαλόνι αυτό και τόσο περισσότερο το βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι.
-Δηλαδή; Δεν μ´αγαπάς περισσότερο από την αδερφή μου;
ρώτησε ο γιός σουφρώνοντας τα χείλια του
-Παιδί μου, αν προσπαθήσω να κόψω το μπαλόνι για να το χωρίσω ανάμεσα σ´ εσένα και την αδερφή σου, τι θαρρείς πως θα γίνει;
-Χα, θα σπάσει το μπαλόνι! Σωστά μπαμπάκα;
-Σωστά παιδί μου. Το μπαλόνι μεγαλώνει όταν αγαπάς πολλούς ανθρώπους.
-Ναι μπαμπάκα; Κι αν αγαπώ μόνο τον εαυτό μου, πόσο μεγάλο είναι το μπαλόνι;
-Τόσο δα σαν φασολάκι
-Κι αν βάλω μέσα εσένα και τη μαμά, πόσο θα γίνει;
-Θα γίνει κάπως μεγαλύτερο, σαν πορτοκάλι.
-Κι αν του βάλω τη γιαγιά και τον παππού, πόσο θα γίνει τότε;
-Ε τότε θα γίνει μεγάλο σαν ένα πεπόνι.
-Κι αν του βάλω μέσα τους θείους, τις θείες και τα ξαδέρφια μου; Πόσο θα γίνει;
-Θα γίνει αρκετά μεγάλο, σαν ένα τόπι της θάλασσας.
-Αλήθεια λες; Κι αν του βάλω μέσα λίγους ακόμα; Μερικούς φίλους από το σχολείο;
-Τότε το μπαλόνι σου θα γίνει μεγαλύτερο, σαν ένα μπαλόνι αερόστατου.
-Κι αν βάλω μέσα την αδερφούλα μου, πόσο θα γίνει;
-Θα γίνει τεράστιο, σαν το φεγγάρι!
-Μπαμπά, κι αν χωρέσω μέσα στο μπαλόνι της αγάπης όλα τα παιδάκια του κόσμου και όλους τους ανθρώπους, τότε τι θα γίνει;
-Τότε αγόρι μου το μπαλόνι σου θα γίνει πελώριο σαν την Γη μας και όλος ο κόσμος θα σε αγαπά τόσο πολύ, όσο θα τον αγαπάς κι εσύ!
Ο μικρός πήρε μια μεγάλη αγκαλιά τον μπαμπά του και του υποσχέθηκε ότι στο εξής θα αγαπούσε την αδερούλα του όσο την μαμά και τον μπαμπά.

SYNC ME @ SYNC buzz it!

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

Ο Τελευταίος των Ελλήνων

Athens, El.Venizelos 25/3/2021

Κρατώ το εισιτήριο σφιχτά στο χέρι και περιμένω στην ουρά των αναχωρήσεων. Κάποια στιγμή φτάνει η σειρά μου. Βγάζω το διαβατήριο από την τσέπη του σακακιού. "Καλωσήρθατε στο αεροδρόμιο της Αθήνας" με καλωσορίζει ο ελεγκτής με σπαστά αγγλικά και του δίνω ανοιχτό το διαβατήριό μου και το εισιτήριο. Αυτός περνάει το διαβατήριο στο bar code reader. Κοιτάζει την οθόνη έκπληκτος. Ακυρώνει την προηγούμενη καταχώρηση και το ξαναπερνάει. Η αρχική έκπληξη γίνεται βεβαιότητα.
"Ντάνιελ, κάθισε στο πόστο μου σε παρακαλώ". Φεύγει με το διαβατήριό μου στο χέρι και μπαίνει στο γραφείο του αστυνομικού προϊστάμενου του αεροδρομίου.
Το γραφείο έχει μια βιτρίνα ακριβώς απέναντι από το check in. Ο ελεγκτής δίνει το διαβατήριο στον αστυνομικό λέγοντάς του κάτι. Αυτός το ανοίγει, το κοιτάζει λίγα δευτερόλεπτα και σηκώνει το βλέμμα του προς το μέρος μου. Ατάραχος, μου κάνει νόημα να πλησιάσω. "Αυτό μας έλειπε τώρα..." σκέφτηκα. Ανοίγω την γυάλινη πόρτα και μπαίνω στο γραφείο.
"Καθίστε παρακαλώ" μου λέει χαμογελώντας με επιτηδευμένη ευγένεια ο αστυνομικός. Θα ορκιζόμουν ότι με κοροϊδεύει. Κάθισα αμήχανα σε μια καρέκλα μπροστά στο τετράγωνο 1x1 τραπεζάκι, όπου στίβες χαρτιά ορθώνονταν πλαισιώνοντας τον αστυνομικό σαν δίδυμοι πύργοι. Με κοίταζε επίμονα, διερευνητικά, με εκείνο το περιπαικτικό χαμόγελο να μη φεύγει από το πρόσωπό του. Έγειρα το κορμί μου προς το μέρος του θέλοντας να πω κάτι, αλλά δεν πρόλαβα.
"Μην ανησυχείτε" μου λέει "πρόκειται για τυπικό έλεγχο ρουτίνας". Για κάποιο λόγο δεν ησύχασα με αυτά τα λόγια. Μάλλον σε όλους τα ίδια λένε, είτε πρόκειται για υπόδικους που προσπαθούν να διαφύγουν από τη χώρα είτε για βαποράκια που κουβαλάνε πάνω τους μικροποσότητες.
"Σε λίγα λεπτά θα είστε στο αεροπλάνο σας" συνέχισε. "Που πηγαίνεται παρακαλώ;"
"Πηγαίνω στη Βοστώνη των Ηνωμένων Πολιτειων" αποκρίθηκα.
Απλώνει το χέρι του προς το εισιτήριό μου. Από την ώρα που πέρασα τις πύλες του αεροδρομίου το σφίγγω τόσο που κοντεύει να σκιστεί.
"Μπορώ;" μου λέει. Το δίνω διστακτικά.
"Είναι μεγάλο το ταξίδι για την Αμερική" λέει επεξεργαζόμενος το εισιτήριο. "Δεν βλέπω όμως το απόκομμα της επιστροφής. Που το κρατάτε;" είπε κοιτάζοντάς με.
Σκέφτηκα να πω ότι δεν θα επιστρέψω κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή με εκείνη τη σκέψη η καρδιά μου σφίχτηκε. Κατάλαβα ότι ποτέ δεν θα γυρίσω στην Ελλάδα. Βουβάθηκα και το βλέμμα μου χάθηκε στο χάρτη πίσω από την πλάτη του αστυνομικού. Αθήνα, δεν θα σε ξαναδώ. Αιγαίο μου πέλαγος, δεν θ' αντικρύσω ξανά τα γαλανά νερά σου. Ελλάδα, σε χάνω για πάντα.
"Τι σας συμβαίνει; Είστε καλά;" ρωτά ο αστυνομικός. Κόμπιασα και τον κοίταξα έντρομος.
"Δεν θα γυρίσω στην Ελλάδα" απάντησα. Από το ύφος του αστυνομικού θεώρησα ότι αυτή την απάντηση περίμενε να ακούσει. Το χαμόγελο έγινε πιο πλατύ και τα κίτρινα δόντια του φάνηκαν. Αμέσως λέει στον ελεγκτή να γυρίσει στο πόστο του. Σηκώνει το τηλέφωνο δίπλα του και καλεί έναν αριθμό. Δεν σταματά να με κοιτάζει ούτε για δευτερόλεπτο.
"Τον αρχηγό παρακαλώ... από την ασφάλεια αεροδρομίου El.Venizelos... Αρχηγέ καλημέρα σας. Αστυνόμος Γκιόργκι Κοπάζι εδώ. Έχω να σας ανακοινώσω ένα σημαντικό γεγονός. Αυτή τη στιγμή έχω απέναντί μου έναν ιδιαίτερο πολίτη. Σύμφωνα με τα αρχεία του υπουργείου εσωτερικών πρόκειται για γηγενή. Αυτό όμως που καθιστά το γεγονός ιδιαίτερο, είναι ότι πρόκειται για τον κάτοχο του τελευταίου ελληνικού διαβατηρίου που έχουμε εν ισχύ στα αρχεία μας. Υπουργέ μου, έχω απέναντί μου τον τελευταίο Έλληνα"! Το χαμόγελο του αστυνομικού έγινε ενθουσιασμός στην τελευταία φράση. Τότε αντιλήφθηκα ότι ο ελεγκτής, μερικοί υπάλληλοι του αεροδρομίου και κάποιοι περίεργοι είχαν συγκεντρωθεί έξω από το γραφείο και κοιτούσαν μέσα από τη βιτρίνα. Ένιωσα σαν φυλακισμένο ζώο σε ζωολογικό κήπο. Σάστισα και έσκυψα το κεφάλι.

Όλα ξεκίνησαν περίπου πριν 70 χρόνια. Οι Έλληνες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αναζήτησαν την τύχη τους μεταναστεύοντας ανά χιλιάδες σε δεκάδες πόλεις σε όλο τον κόσμο. Δεν υπάρχει Έλληνας χωρίς συγγενείς στο εξωτερικό. Οι δικοί μου βρίσκονται στην Βοστώνη από το 1949. Λοιπόν, για κάποιο λόγο η Ελλάδα μετά την κατοχή από τους Γερμανούς δεν κατάφερε να σηκώσει ποτέ κεφάλι. Η Ελλάδα αποθεμελιώθηκε σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια. Από τότε στην Ελλάδα ανθίζει η πολιτική διαφθορά, ως επακόλουθο των υποτελών, των δοσιλόγων, των ρουφιάνων και των προδοτών που πλούτισαν και ήκμασαν τότε. Αυτή ήταν η αρχή του τέλους. Το τελικό χτύπημα δόθηκε πριν δέκα χρόνια. Τότε η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας έκρινε ότι για τις συνέπειες της πολιτικής διαφθοράς έπρεπε να πληρώσουν οι Έλληνες πολίτες. Οι απολύσεις ήταν μαζικές. Οι βιομηχανίες και οι επιχειρήσεις έβαζαν λουκέτο καθημερινά. Η ανεργία έφερε αύξηση της εγκληματικότητας και πτώση του μεροκάματου. Η εξαθλίωση δεν άργησε. Τότε άρχισε το μαζικότερο κύμα μεταναστεύσεων που γνώρισε ποτέ ο τόπος. Σταδιακά αυξανόταν ο αριθμός των αλλοδαπών πολιτών σε αντίθεση με τον αριθμό των γηγενών που μειωνόταν. Ο ρυθμός γεννήσεων έπεσε στο μηδέν και κόλλησε εκεί. Παρηκμασμένο καθώς ήταν το Εθνικό Σύστημα Υγιείας και τα ασφαλιστικά ταμεία εντελώς άδεια, οι ηλικιωμένοι πέθαιναν από έλλειψη φαρμάκων και ανεπαρκής περίθαλψη. Οι νέοι Έλληνες έφευγαν ενώ αυτοί που έμεναν πίσω ήταν υπερήλικες. Κάποια στιγμή οι αλλοδαποί άρχισαν να οργανώνονται σε κόμματα. Κέρδισαν στην αρχή κάποιους δήμους, στη συνέχεια κάποιες περιφέρειες και πριν λίγους μήνες το Κόμμα Αλλοδαπών Ελλάδας ανέλαβε την εξουσία. Σήμερα οι Έλληνες κάτοικοι δεν ξεπερνούν τους 100.000 κι αυτοί είναι υπερήλικες και βρίσκονται διάσπαρτοι κυρίως σε αγροτικές περιοχές. Οι υπόλοιποι είτε έφυγαν είτε πέθαναν.

Ξεροκατάπια και προσπάθησα να ξεθολώσω. Δεν κατάφερα να παρακολουθήσω τη συνέχεια του διαλόγου. Το μόνο που άκουσα ήταν το τηλέφωνο να κλείνει. Όταν σήκωσα το βλέμμα, ο αστυνομικός Γκιόργκι Κοπάζι με κοιτούσε χαμογελαστός. Έμεινε αμίλητος για ορισμένα δευτερόλεπτα. Θα μπορούσε να μείνει έτσι και να με αφήσει να φύγω. Ήμουν όντως ο τελευταίος Έλληνας κάτω των 67 ετών στην Ελλάδα; Προσπάθησα να το επεξεργαστώ με ψυχραιμία. Δεν γίνεται.
"Λοιπόν; Τι λέγαμε; Α ναι, φεύγετε για πάντα" είπε ανάβοντας ένα τσιγάρο. Ζήτησα λίγο νερό. Μου έσπρωξε ένα ποτήρι που μάλλον είχε από τον καφέ του. Το ήπια γρήγορα, το μισό έπεσε στο πουκάμισό μου.
"Με χρειάζεστε κάτι άλλο; Πετάω σε λίγα λεπτά" είπα με φανερό εκνευρισμό.
"Ω με συγχωρείτε! Μα πως περνάει η ώρα! Μπορείτε να πηγαίνετε!" είπε κοιτάζοντάς με καθώς πήγαινα προς την πόρτα. "...και καλό ταξίδι" συμπληρώνει με το χαμόγελό του να έχει φτάσει μέχρι τ' αυτιά.
Βγαίνοντας από το γραφείο του αστυνομικού είχα την αίσθηση ότι όλοι με κοιτούσαν. Άλλοι με απορία, άλλοι με χαμόγελο, άλλοι με συμπάθεια. Προσπάθησα να μην αλλάξω βλέμμα με κάποιον για να μην τσαντιστώ. Δεν αντέχω να βλέπω τα χαμόγελά τους. Συνεχώς ψιθυρίζουν, τους βλέπω να χασκογελάνε, να ανεβοκατεβάζουν τα κεφάλια τους, ενώ κάποιοι περαστικοί κοντοστέκονται απορημένοι. Προχωρώ βιαστικά στον ατελείωτο διάδρομο. Με την ταμπέλα του τελευταίου Έλληνα στην πλάτη, φεύγω για την θύρα μου. Μόλις που προλαβαίνω και το ταξίδι είναι μακρύ.

SYNC ME @ SYNC buzz it!

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2007

Η φιλήδονη Μπέσσυ

"Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η λεμονάδα έχει τεχνιτή γεύση
ενώ το γυαλιστικό επίπλων περιέχει φυσικό λεμόνι."

Alfred E. Newman

Είμαι πιτσικάτο κοντραμπασίστας της τζαζ. Μου αρέσει αυτή η μουσική από την ημέρα που γεννήθηκα. Μάλιστα, όταν με έβαλαν στη θερμοκοιτίδα, στο θάλαμο αντηχούσε η γλυκιά μητρική φωνή της Μπέσσυ Σμιθ καθώς τραγουδούσε "Woke up this morning, with the jinx around my bed, I woke up this morning with the jinx around my bed, I didn't have no daddy to hold my aching head". Στο άκουσμα των θλιβερών παραπονιάρικων στίχων έμπηξα ένα κλάμα που όμοιό του δεν είχαν ξανακούσει οι μαίες, οι οποίες έντρομες (3-4 από αυτές) χώθηκαν στο θάλαμο για να καθησυχάσουν τα υπόλοιπα μωρά, που είχαν βαλθεί να με συνοδέψουν σ' αυτή την άτυπη χορωδία υψίφωνων με πάνες. Το κλάμα μου ήταν τόσο οξύ που ράγισαν δυο θερμοκοιτίδες και κουφάθηκαν οκτώ μωρά. Μια από τις μαίες ήρθε από πάνω μου. "Κακό μωρό, πολύ κακό" είπε κουνόντας το δάχτυλό της επικριτικά. Δεν ήξερα ακόμα πως να της απαντήσω. Έβαλα τον αντίχειρά μου στο στόμα μου και το βούλωσα.

Στην αρχή ήθελα να μάθω κιθάρα, αλλά το χοντρά μου δάχτυλα δεν μου επέτρεπαν να χαϊδεύω τις λεπτές χορδές της. Η κιθάρα στα χέρια μου έμοιαζε με νυστέρι στα χέρια νευροχειρούργο με πάρκινσον. Στράφηκα αμέσως στο σκληρό χοντρόλαιμο κοντραμπάσο με τις παχιές χορδές. Δεν είναι διόλου εύκολο το παίξιμό του. Έχει υπερβολικά μακριές χορδές και οι αποστάσεις ανάμεσα στους φθόγγους είναι τεράστιες. Όμως τα χοντρά μακριά και δυνατά μου δάχτυλα ζευγάρωσαν άνετα με αυτό το όργανο. Κάθε φορά που το αγγίζω αναστενάζει σαν ξαναμμένη πόρνη. Πότε αργά και ρυθμικά, πότε γρήγορα και δαιμονισμένα, οι μελωδίες του γεμίζουν τα κλειστά καπνισμένα μπαρ σαν πολλαπλοί οργασμοί. Μπορώ να πω ότι είμαι ο καλύτερος κοντραμπασίστας στον κόσμο. Αν ακούγεται αλαζονική και εστετιτική η δήλωση αυτή στ' αυτιά σας, θα σας πω μόνο τούτο: Το 1903 ο Ray "Sweet-hands" Blanton (εγώ είμαι αυτός) είχε κατέβει στο Mardi Gras της Νέας Ορλεάνης με τους Mistik Krewe of Comus. Εκείνη τη χρονιά ήμουν δεν ήμουν 21 χρονών. Δεν θυμάμαι. Μπορεί και να ‘χα πει ψέμματα για να πίνω αλκοόλ. Τότε ήταν που είχα ερωτευτεί την Μπέσσυ: είχε μακρύ λεπτό εβένινο λαιμό που κατέληγε στο πιο καλοσχεδιασμένο κρεόλ κεφάλι που είχα δει ποτέ. Το σώμα της ήταν καμπυλωτό σφενδάμινο και τόσο λείο που τα δάχτυλά μου γλυστρούσαν με άνεση πάνω της. Όταν δε την χάϊδευα, η φωνή της ακουγόταν τόσο σπαραχτική, σαν να ανεβαίνει από το βαθύτερο πηγάδι της κολάσεως με κουβά πιασμένο σε άντερα βασανισμένων. Ήταν το καλύτερο και το τελευταίο κοντραμπάσο που άγγιξαν ποτέ τα χοντροδάχτυλά μου. Έκτοτε δεν αποχωρίστηκα την Μπέσσυ.

Λένε πως το σώμα της είχε λαξέψει ένας μεθύστακας αράπης πειρατής από την Τορτούγκα, με ένα υπέροχο κομμάτι ξύλου που ξεβράστηκε στις ακτές της. Μάλιστα κάποιοι λένε ότι αυτό το ξύλο ήταν κομμάτι από την πρύμνη του Golden Hind, του περίφημου πλοίου του πειρατή Francis Drake, που είχε βυθιστεί από τον Ισπανικό στόλο εκεί κοντά. Οι χορδές πάλι λέγεται ότι είναι φτιαγμένες από τα άντερα ενός ισπανού στρατιώτη που είχε βιάσει και σκοτώσει την κόρη του αράπη κι αυτός για εκδίκηση τον έσφαξε στο μπαρ "Τρελός Καπετάνιος" του Σαν Χουάν. Εξού και η σπαρακτική φωνή της Μπέσσυ, την οποία βρήκα σε ένα παλιό οργανοπωλείο και αγόρασα πληρώνοντας για αντίκρισμα ένα χρυσό δόντι, που με ένα ξυράφι στο λαιμό και μια τανάλια είχα δανειστεί από έναν εύπορο λευκό έμπορο. "Πάρτο" είπε. "Αυτό το καταραμένο όργανο το μόνο που ξέρει είναι να στριγγλιάζει. Είναι τελείως άχρηστο". Ναι, είπα από μέσα μου. Άχρηστο είναι στα χέρια των αχρήστων.

Στο Mardi Gras του 1903 λοιπόν είχαν μαζευτεί τα εκλεκτά ζευγάρια αυτιών όλου του κόσμου. Στις ατραξιόν του φεστιβάλ ήταν ο πιανίστας Jerry "Lightning" Brawler με το ένα χέρι (το αριστερό), ο τρομπετίστας Clive "The Shot" Ploomdale με το ένα πνευμόνι, ο περίφημος κουφός ντράμερ Solus "O' Bang" Silver και το γυναικείο φωνητικό τρίο Folley and the Monks (που σίγουρα ήταν drag queens και οι τρεις). Εγώ κράδαινα τη Μπέσσυ από το λαιμό και περπατούσα ανάμεσα στους μουσικούς ακούγοντας τις μελωδίες τους. Περπατούσα μέχρι που έφτασα στην πλατεία Ελευθερίας. Εκεί είχε στηθεί το μεγάλο πανηγύρι. Διάλεξα μια καλή γωνιά, έφερα τη Μπέσσυ μπροστά μου και ξεκίνησα να παίζω. Στην αρχή χάϊδευα θελκτικά τους γοφούς της για να την καλοπιάσω και ψιθύριζα λόγια ερωτικά στ' αυτιά της. "Μωρό μου, θέλω σήμερα να μου τα δώσεις όλα. Θέλω να μου δείξεις τι έχεις. Είναι η μεγάλη μας ευκαιρία. Από σήμερα και στο εξής όλοι θα μιλούν για εμάς. Ρέϊ και Μπέσσυ." Ένα κρύο αεράκι πάγωσε τ' αυτιά μου. "Οκ, οκ, μη μου θυμώνεις! Μπέσσυ και Ρέϊ..." είπα και το αεράκι σταμάτησε. Το αριστερό μου χέρι έσφιξε απαλά το λαιμό της και το δεξί κατέβηκε στην κοιλιά της. Όταν ξεκίνησα να χτυπώ τις χορδές της, η Μπέσσυ τραγούδησε όπως δεν είχε τραγουδήσει ποτέ ξανά.

"Εδώ κοιτάτε, ένας κοντραμπασίστας παίζει σόλο!" Σιγά σιγά είχαν μαζευτεί γύρω από εμένα και τη Μπέσσυ κάμια δεκαριά άτομα. Το αργό μελωδικό παίξιμο είχε τραβήξει μερικά ευαίσθητα αυτιά προς το μέρος μου. Οι τεράστιες χορδές τινάσσονταν σαν δεμένα καραβόσχοινα στο μόλο που τα φυσσάει ο άνεμος. Η φωνή της Μπέσσυ σαν γλυκό μεθύσι κυρίευε τους παρευρισκόμενους και τους τύφλωνε. Με κλειστά μάτια συνέχισα να παίζω, χτυπόντας ρυθμικά το πόδι στο ρυθμό που υπαγόρευε η γυναίκα μου. Το σολάρισμα άρχισε να επιταχύνει καθώς τα δάχτυλά μου πλέον χτυπούσαν αλύπητα τη Μπέσσυ, πότε στις χορδές και πότε στο κορμί της. Οι μουσικοί που έπαιζαν κοντά μου σε μια ακτίνα 100 μέτρων είχαν σταματήσει για να με ακούσουν. Όλοι στην πλατεία είχαν σχηματίσει έναν κύκλο γύρω από εμένα και τη Μπέσσυ. Άκουγα επευφημίες και παροτρύνσεις "Μπράβο πιτσιρίκο!" "Συνέχισε έτσι μικρέ!" "Δώστα όλα!" και άλλα τέτοια, που δεν μπορώ να αναφέρω καθώς είναι σεξουαλικής φύσεως. Έχοντας κλείσει τ' αυτιά από τις φωνές γύρω μου συνέχιζα ακάθεκτος να τρίβω και να χαϊδεύω τη Μπέσσυ με πάθος. Και τότε έγινε αυτό που έγινε μύθος και τραγουδιέται ακόμα: Η Μπέσσυ φούντωσε τόσο πολύ, που άρχισε να ξεπηδά από τις τρύπες της ρούμι καθαρό, ρούμι που έρρεε αδιάκοπα στα πρόσωπα και στα στόματα του πλήθους, τόσο ρούμι όσο είχε κατασχέσει στα 1672 ο Αγγλικός στόλος σ' ένα ρισάλτο που έκανε στη Μαργαρίτα. Το μεθυσμένο πλήθος άρχισε να παραληρεί, να φωνάζει και να χορεύει. Ο μύθος του Ρέϊ "Sweet-hands" Μπλάντον και της φιλήδονης Μπέσσυ είχε γεννηθεί.

Στα χρόνια που ακολούθησαν ο μύθος με ξεπερνούσε όπου κι αν πήγαινα. Σε κάθε πόλη που επισκεπτόμουν με περίμεναν πως και πως. Μιλάμε για φοβερή υποδοχή! Θυμάμαι στο Λίτλ Μπιγκ Χορν είχαν σφάξει για την πάρτη μου εκατό μοσχάρια και έγινε το πιο τρελό τσιμπούσι στην ιστορία της τζαζ. Δεκαεφτά άτομα εκείνη την ημέρα έσκασαν μέχρι θανάτου από το πολύ φαΐ. Στο Τσάρλεστον είχαν σκάσει τόσο πολύ από τη ζήλεια τους οι ντόπιοι μουσικοί στο άκουσμα της έλευσής μου, που ναύλωσαν ένα καράβι και έφυγαν για τη Λιβερία. Ποτέ δεν επέστρεψαν στην Αμερική, ούτε κανείς άκουσε τι απέγιναν. Η Μπέσσυ, το θρυλικό κοντραμπάσο που χύνει ρούμι, είχε γίνει τραγούδι στα χείλια όλων των μαύρων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ρούμι κυλά στους εβένινους γοφούς σου
Δωσ’ μας να πιούμε απ’ τους χυμούς σου
Μπέσσυ είσαι καυτή γυναίκα
Οι άντρες στα πόδια σου πέφτουν δέκα δέκα…

Περιττό να πω ότι μέχρι τότε ζούσα ένα παραμύθι. Εγώ, που δεν ήξερα μάνα και πατέρα, γνώριζα στα μάτια των θαυμαστών μου τέτοια αποθέωση που με καθήλωνε. Ντροπαλός καθώς ήμουν, προτιμούσα να μένω μόνος στο δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου αγκαλιά με τη Μπέσσυ και να σιγοτραγουδάω για χάρη της.

Μια μέρα που καθόμουν στο δωμάτιό μου σε ένα ξενοδοχείο του Μπάτον Ρούζ (αν θυμάμαι καλά ήταν το Shades Motel), χτύπησε η πόρτα. Όταν άνοιξα είδα τρεις τύπους. Συστήθηκαν ως δημοσιογράφοι και μου ζήτησαν μια συνέντευξη. Εγώ που δεν ήξερα από τέτοια, δέχτηκα. Ξάπλωσα τη Μπέσσυ στο κρεβάτι (ποτέ δεν της έβαζα κάλυμμα για να μπορώ να την κοιτάζω) και τους ακολούθησα σε ένα μπαράκι δίπλα από το μοτέλ. Κάθισα εγώ στη μια πλευρά του τραπεζιού και οι τρεις τους βολεύτηκαν σε έναν καναπέ απέναντί μου. Βγάλανε τους κονδυλοφόρους και ξεκίνησαν να με ρωτάνε διάφορα πράγματα, που δεν είναι άξια αναφοράς. Τα περισσότερα αφορούσαν στη Μπέσσυ και αφού δεν ήταν παρούσα δίσταζα να τους απαντήσω με ειλικρίνεια. Αντ’ αυτού, έδινα μονολεκτικές ή πολύ σύντομες απαντήσεις. Δεν φάνηκαν ευχαριστημένοι, αλλά από την άλλη με ικανοποιούσε το γεγονός ότι δεν ζητούσαν να μάθουν δικά μου πράγματα. Όταν επιτέλους βαρέθηκαν να προσπαθούν να μου εκμαιεύσουν πληροφορίες για τη Μπέσσυ, τελείωσα το ποτό μου, τους καληνύχτισα και έφυγα για το ξενοδοχείο.

Όταν ακούμπησα το χέρι μου στο πόμολο της πόρτας πάγωσα. Ήταν ανοιχτή. Την έσπρωξα ελαφρά για να μην ακουστεί ο τσιριχτός ήχος από τους σκουριασμένους μεντεσέδες. Αυτό που είδα με καταρράκωσε. Η Μπέσσυ ήταν γυμνή στην αγκαλιά ενός άλλου άνδρα. Αυτός σήκωσε το κεφάλι του, με αντίκρισε και χαμογέλασε, μάλλον φιλικά. Όμως εγώ σε αυτό το θέαμα λύσσαξα. Αγρίεψα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Χύμηξα πάνω του και με τα πελώρια χέρια μου άρπαξα το λαιμό του. Τον κράτησα μέσα στις παλάμες μου μέχρι που τα μάτια του πετάχτηκαν έξω. Όταν τον άφησα έπεσε με γδούπο στο πάτωμα σαν σακί με πατάτες. Πήρα τη Μπέσσυ στα χέρια μου τρέμοντας και την έψαξα παντού προσεκτικά για να δω αν έχει πληγωθεί. Έβγαλα το μαντήλι από την τσέπη μου και το πέρασα στο κορμί της μερικές φορές με δάκρυα στα μάτια. Ύστερα την πήρα αγκαλιά και φύγαμε μαζί. Ποτέ δεν γύρισα στο Μπάτον Ρουζ. Ούτε έπαιξα ξανά μπροστά σε κοινό. Έχουν περάσει τόσα χρόνια, όμως ο μύθος παραμένει αναλλοίωτος. Το μόνο που έχει προστεθεί σ' αυτόν είναι η λέξη «δολοφόνος».

SYNC ME @ SYNC buzz it!

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2007

Ο καφές του νευρωτικού συγγραφέα

Έστριψα ένα τσιγάρο εν ριπή οφθαλμού και σήκωσα ψηλά το ποτήρι με τον καφέ για να εξετάσω το περιεχόμενό του στο φως. «Πάλι αραιό τον έκανε ο άχρηστος» ψέλλισα και έχωσα το στριφτό στο στόμα μου. Το άναψα και το βούλωσα για μερικά δευτερόλεπτα μπας και ηρεμήσω αλλά δεν άντεξα περισσότερο. «Παρακαλώ, μήπως έχετε ώρα;» ρώτησα έναν τύπο που καθόταν στο διπλανό τραπέζι βυθισμένος σε μια αθλητική εφημερίδα. «Μισό λεπτό να κοιτάξω» είπε και μέχρι να διπλώσει την εφημερίδα, να την ακουμπήσει στο πλάι, να βγάλει το κινητό από την τσέπη του, να ξεκλειδώσει και να πατήσει το κουμπάκι για να δει την ώρα, τα νεύρα μου είχαν γίνει κορδέλες. Από τότε που βγήκαν τα γαμοκινητά κανείς δεν φοράει ρολόι. «Είναι τρεις και δεκαεπτά λεπτά ακριβώς» απάντησε. «Άρα πριν τρία λεπτά που τον ρώτησα ήταν τρεις και δεκατέσσερα λεπτά», υπέθεσα νοερά. «Πρέπει να πάρω ρολόι» σκέφτηκα «ή έστω ένα κινητό».

Είμαι 32 ετών αλλά δεν φαίνεται. Η ημερομηνία γέννησης που αναγράφεται στην ταυτότητα έχει ξεθωριάσει. Όποιος έχει επιχειρήσει να μαντέψει την ηλικία μου έπεσε έξω τουλάχιστον 4 χρόνια. Σήμερα μάλιστα που κλείνω τα 32 (για άλλους τα 36) είναι η σπουδαιότερη ημέρα της ζωής μου. Πρόκειται να εκδόσω το πρώτο μου μυθιστόρημα. Το ραντεβού με τον εκδότη είναι για τις τέσσερεις ακριβώς, στον τέταρτο όροφο του κτιρίου που βρίσκεται απέναντι από το καφέ. Μερικές φορές βλέπω κίνηση μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα. Υποθέτω πως δεν έχουν κλιματιστικό, αφού με τέτοια ζέστη ακόμα και η σκιά είναι ανυπόφορη. Ήδη είμαι στο καφέ δυο ώρες και αυτός είναι ο τρίτος καφές που πίνω ή για να το διατυπώσω ορθότερα το τρίτο καφεζούμι. Από το πρωί έχω ξεφυλλίσει τα χαρτιά που περιέχουν το πρωτόλειό μου τουλάχιστον 123 φορές. Τα έχω διαβάσει, τα έχω φυλλομετρήσει, τα έχω διπλώσει με όλους τους δυνατούς τρόπους, τα έχω αλφαδιάσει χτυπώντας τα πάνω στο τραπέζι, ενώ την τελευταία σελίδα, που ήταν κενή, την έκανα σαΐτα. Πίνω μια γουλιά καφέ και ξαναρωτάω την ώρα. Μάλλον δίκιο είχε ο τύπος δίπλα που με στραβοκοίταξε. Είχαν περάσει μόλις τέσσερα λεπτά από την τελευταία φορά που τον ρώτησα.

«Κύριε, είστε καλά;» καθώς κουνούσα ρυθμικά το πόδι μου μέσα έξω κάτω από το τραπεζάκι δεν αντιλήφθηκα ότι η ερώτηση απευθυνόταν σε εμένα. «Κύριε;» επανέλαβε δυνατότερα για να βεβαιωθεί ότι τον άκουσα. «Καλά είμαι, καλά είμαι» του απάντησα. Μου φτάνει ένας μπελάς την ημέρα, ας μη με πάρουν και για τρελό, σκέφτηκα και προσπάθησα να ηρεμήσω. Μάταιος κόπος. Το αριστερό μου πόδι έμοιαζε εντελώς ανεξέλεγκτο. Τότε ο απέναντι σηκώθηκε από το τραπέζι του και κάθισε στο δικό μου. «Ονομάζομαι Γουάιτ. Τίμοθι Γουάιτ» είπε τείνοντας το χέρι του προς το μέρος μου. Διέκρινα με μιας το μανικετόκουμπο στο λευκό του πουκάμισο -ένα ασημένιο ζευγάρι ζαριών, που μου κίνησε την περιέργεια. «Δεν έχω να χάσω τίποτα, αν είναι ήδη όλα χαμένα» σκέφτηκα για λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να δώσω το χέρι μου. «Πέρσιβαλ Γκρίνφιλντγιαρντ -παρακαλώ, λέγε με Πέρσι» χαμογέλασα αμήχανα. «Έχετε πολύ ενδιαφέρον επώνυμο κύριε Γκρίνφιλντγιαρντ, μάλλον δεν είστε από τα μέρη μας. Από που έρχεστε αν επιτρέπετε;» Μέχρι να σχηματίσει τη φράση του είχα στρίψει, ανάψει και τραβήξει μια γερή ρουφηξιά. «Όχι, όχι, δεν είμαι από το Λονδίνο. Γεννήθηκα και ζω στο Γκλόστερ, βόρεια, ξέρετε». Σιγά μην ξέρει. Όλοι οι χάρτες των Λονδρέζων σταματούν στο Ρέντμπριτζ. Μειδίασα ελαφρά. «Δεν είμαστε συνηθισμένοι σε τέτοια ζέστη εκεί πάνω!» είπα κοιτάζοντας ερευνητικά τον κουστουμαρισμένο κύριο από τα μαλλιά μέχρι τα παπούτσια. Γκρι κουστούμι, μπλέ γραβάτα, μαύρα γυαλιστερά παπούτσια και κοντά ξανθά μαλλιά, παρ' όλη τη ζέστη δεν έχει ιδρώσει καθόλου. Αντίθετα εγώ είμαι μούσκεμα και οι παλάμες μου ιδρωκοπάνε. Μάλιστα, σε μια απόπειρα να πιάσω τον καφέ μου, το ποτήρι γλύστρισε και έπεσε στο πλακόστρωτο. Ευτυχώς κανείς δεν λερώθηκε εκτός από τα παπούτσια μου. «Ωραία» σκέφτηκα «τώρα όταν περπατάω θα ακούγεται και κλατς κλατς». Παρήγγειλα και τέταρτο καφέ.

Η ώρα είναι τέσσερεις παρά είκοσι. «Λοιπόν, με τι ασχολείστε;» ρώτησε ακουμπώντας το δεξί του χέρι στο πηγούνι του. «Είμαι συγγραφέας» απάντησα μηχανικά «επίδοξος, αλλά συγγραφέας» πρόσθεσα με μια χείριστη απόπειρα για αυτοσαρκασμό. «Εγώ κύριε Γκρίνφιλντγιαρντ, ας πούμε ότι ασχολούμαι με τα θεάματα» είπε ο Γουάιτ, επιβεβαιώνοντας τη μαντεψιά που έκανα όταν παρατήρησα τα μανικετόκουμπα. «Αφήστε με να μαντέψω… είστε μπούκι, έτσι δεν είναι;» «Προς Θεού, όχι!» είπε. «Απλώς μ’ αρέσει να βάζω στοιχήματα». «Αυτό είναι χόμπυ» του είπα. «Νομίζετε κύριε; Δηλαδή εσείς φερειπείν, που δηλώνετε συγγραφέας, είστε χομπίστας;» Ξαφνιάστηκα από την ερώτηση. Υπήρξα ταξιτζής, μάγειρας, μπάρμαν, νταβατζής και δεκάδες άλλα, όμως ποτέ δεν ήμουν αληθινός συγγραφέας, κάτι που ήθελα να αλλάξω μια για πάντα σήμερα. «Δηλαδή τι είδους στοιχήματα βάζετε;» ρώτησα για να ξεφύγω απ’ την αμηχανία μου. «Για ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Τις προάλλες ας πούμε καθόμουν εδώ σ’ αυτό το καφέ, εδώ στο τραπέζι που καθόμαστε με έναν γνωστό μου. Κάποια στιγμή που ένας σκύλος φαινόταν έτοιμος να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, έβαλα στοίχημα ότι θα τον χτυπούσε αυτοκίνητο. Ο φίλος μου έβαλε 10 λίρες ότι αυτό είναι απίθανο, βασιζόμενος προφανώς στα φιλοζωικά αισθήματα αλλά και στην οδική παιδεία των Βρετανών οδηγών, οι οποίοι στη θέα του σκύλου θα κοκκάλωναν το αυτοκίνητό τους για να περάσει. Όμως την ώρα που ο σκύλος αποφάσισε να διασχύσει το δρόμο, πέρασε από το σημείο αυτό ένα περιπολικό με ιλλιγγιώδη ταχύτητα και εκσφενδόνισε το άτυχο ζώο τουλάχιστον 30 μέτρα μακριά. Φυσικά κέρδισα το στοίχημα.» Δεν ξέρω τι είναι περισσότερο άξιο απορίας. Η κωλοφαρδία του κυρίου Γουάιτ, η ανόητη αλλά στηριγμένη σε ορθολογισμό ιδέα του φίλου του που δέχτηκε να βάλει τέτοιο στοίχημα ή η γκαντεμιά του σκύλου. Ποτέ δεν βάζω στοιχήματα. Πάντα ήμουν και θα είμαι άτυχος.

Πήγε ήδη τέσσερεις παρά δέκα. Ήμουν τόσο νευρικός που τα μάτια μου έπαιζαν πότε προς το κτίριο απέναντι και πότε προς τον κύριο Γουάιτ. Το σώμα μου ολόκληρο κλυδωνιζόταν σαν μια κουδουνίστρα στα χέρια μωρού επτά μηνών. Αυτός έδειχνε τόσο ατάραχος, τόσο άνετος, όσο θα ήθελα να είμαι κι εγώ όχι μόνο για εκείνη τη στιγμή, αλλά για όλη μου τη ζωή. Ξάφνου μου ήρθε μια απίθανη ιδέα που θα με γλύτωνε από το μπελά που πήγα να μπλέξω. «Κύριε Γουάιτ, έχω μια πρόταση για εσάς. Τι θα λέγατε αν πηγαίνατε εσείς αντί για εμένα στο ραντεβού με τον εκδότη; Δεν χρειάζεται να παραστήσετε εμένα. Ορίστε, αλλάζω και το όνομα στο κείμενο. Πείτε ότι είχατε χρησιμοποιήσει ψευδόνυμο» βιαστικά έσβησα το όνομά μου και έγραψα το δικό του «Εσείς έχετε το προφίλ του συγγραφέα. Νομίζω ότι ο τυχοδιοκτισμός και το ρίσκο που σας διακρίνουν είναι τα ιδανικά χαρακτηριστικά ενός συγγραφέα, δεν βρίσκετε;» μετά το χειμμαρώδες λογίδριό μου, ο κύριος Γουάιτ απλώς έγνεψε καταφατικά και έκανε ένα νόημα προς τα κάτω με το δάχτυλο δείχνοντας αυτό που κρατούσα. Σηκώθηκα από την καρέκλα μου βιαστικά αφήνοντας πίσω μου ένα μάτσο χαρτιά κι έναν χαμογελαστό Λονδρέζο. Χώθηκα στο πρώτο στενό και δεν γύρισα ποτέ πίσω. Με λίγη τύχη, που ο κύριος Γουάιτ την έχει περισσή, το έργο μου θα γίνει μπεστ σέλλερ με τη μία. Ίσως αγοράσω την πρώτη έκδοση αν σταθώ αρκετά τυχερός και προλάβω πριν εξαντληθεί.

SYNC ME @ SYNC buzz it!

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2007

Το Μέρος του Χαλανδρίου

Το πρωινό με βρήκε σε ένα πολυσύχναστο καφέ του Χαλανδρίου.

Στην αρχή κάθισε στο διπλανό τραπέζι μια ηλικιωμένη κυρία με την εγγονή της. Η μεν ήταν φινετσάτη με αριστοκρατική παρουσία και παρά τα χρονάκια της ανάγκασε μερικούς εκ των συνδαιτημώνων να γυρίσουν αδιάκριτα τα κεφάλια τους προς στο μέρος της . Η δε ήταν μια αιθέρια έφηβη με μακριά καστανά μαλλιά, σκούρα γαλάζια μάτια, καμπυλωτό κορμί και καλοζυγισμένο βάδισμα. Λίγα λεπτά αργότερα κάθισαν στο ίδιο τραπέζι άλλες δυο κυρίες. Η μια ήταν η μεγάλη αδερφή της έφηβης, ίσως 7-8 χρόνια μεγαλύτερη, η οποία επουδενί υπολειπόταν σε χάρες από τη μικρή της αδερφή. Η άλλη ήταν μια εντυπωσιακή γυναίκα, προφανώς η μητέρα των δυο κοριτσιών και κόρη της ηλικιωμένης κυρίας.

Μπροστά μου είχα τέσσερεις γενιές γυναικών, που η κάθε μια από αυτές ξεχώριζε για τα κάλλη της. Για κάποιο λόγο που ακόμα δεν έχω ερμηνεύσει, συγκινήθηκα από την εικόνα αυτή.

Η σοφή γιαγιά, η περίφανη μητέρα, η θελκτική μεγάλη κόρη και η θεσπέσια μικρή κόρη.

Και οι τέσσερεις ήταν πεντάμορφες. Δεν κατάφερα να ακούσω τι συζυτούσαν (σσ. ντροπή μου!), αλλά η κινησιολογία τους πρόδιδε την ευγένεια του λόγου τους.
Γύρεψα το σερβιτόρο. Του έδωκα στο χέρι ένα σημείωμα και μερικά χρήματα. Σηκώθηκα από το τραπέζι και έφυγα περνώντας δίπλα τους δίχως να τις κοιτάξω.
Το σημείωμα που ο σερβιτόρος παρέδωσε στις τέσσερεις όμορφες γυναίκες έγραφε:

"Η παρουσία σας κατέστησε το μοναχικό πρωινό καφέ μου απείρως απολαυστικότερο. Σας ευχαριστώ θερμά. Τοιχωρύχος."

SYNC ME @ SYNC buzz it!

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2007

Αθώα ψέμματα και ένοχα μυστικά

Έφυγε ξαφνικά και τον άφησε χ μέσα στην κρύα νύχτα. Αυτός τα σημάδια τα 'χε δει από καιρό. Απλά δεν έδινε πολύ βάση. Είχε βολευτεί στην όλη κατάσταση με το γκομενάκι, αφού και ωραίο παιδί είναι και τη γλώσσα την είχε μάθει καλά από τους παππούδες του στη Σαλονίκη. Έτσι όπως του τα ' η τύχη, κατάλαβε ότι ούτε η Μαρία δεν τον θέλει στην Ελλάδα... Αλλά ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή.

Ο Μάριος είναι 32 ετών, οικονομικός μετανάστης από τη α. Ήρθε στην Ελλάδα πριν από 4 μήνες. 'Ακουσε τον παππού του που του 'λεγε "παιδί μου, εδώ στη Φιλιππούπολη δεν την πα με τίποτα. Πήγαινε στην Ελλάδα να δουλέψεις". Ο παππούς του ο Ilija ήταν γέννημα θρέμα Σαλονικιός που ξεριζώθηκε μετά τους Βαλκανικούς και το 'χε καημό να δει το εγγόνι του σε φωτογραφία κάτω από το Λευκό πύργο. Έπιασε δουλειά αμέσως σε ένα τεχνικό γραφείο. Στην αρχή έκανε δουές του ποδαριού. Γρήγορα όμως το ακό του έδωσε περισσότερες αρμοδιότητες, αφού ήταν σπουδαγμένος τοπογράφος με μεράκι και όρεξη. Σε μια δουλειά γνώρισε τη , βαφτισμένη Βερονίκη Σπανοβαγγελοδημητροπούλου, επαναπατρισμένη κόρη διπλωματικού εκπροσώπου από το Χονγκ Κονγκ που εργαζόταν ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων σε κατασκευαστική εταιρεία. Καβαλημένο καλάμι δηλαδή, μεγαλοπιασμένη γκόμενα με τα γαλλικά, το πιάνο και δέκα δεξιώσεις το μήνα. Το "Σπανοβαγγελοδημητρόπουλος" πήγε περίπατο στο Χονγκ Κονγκ χάρη ευφωνίας κι έγινε Wang για να μην προκληθεί διπλωματικό επεισόδιο από τα γέλια που μοιραία επακολουθούν κάθε απόπειρα Χονγκκονγκέζου να το προφέρει.

Βέρα την ήξερε, Μάριο τον ήξερε και κουβέντα δεν είχε γίνει για τις σκούφιες τους. Μια μέρα όμως που περπατούσαν χέρι χέρι στην Αριστοτέλους τον είδε ένας παλιός συμφοιτητής του από τη σχολή. Φυσικά του μίλησε στα βουλγάρικα και ακολούθησε ένας ολιγόλεπτος διάλογος. Ήταν ισμένος στο ελληνοβουλγαρικό εμπορικό επιμελητήριο και ζούσε με τη γυναίκα του στη Σαλονίκη 2 χρόνια. Αλλάξανε και τηλέφωνα. Μέσα στη φούρια του είχε ξεχάσει να συστήσει τη Βέρα. "Μάριε" του είπε" ο παλιός του φίλος, "που πήγε η κοπέλα που ήταν μαζί σου; Δεν θα μας τη συστήσεις;" "Βεβαίως" είπε ο Μάριος, αλλά όταν γύρισε δίπλα του να τη βρει αυτή είχε ήδη φύγει. Αβάντι πό, παντιέρα ρόσα και ο Μάριος, Mario, έγινε κατακόκκινος σαν το ένδοξο κομμουνιστικό παρελθόν της Βουλγαρίας του Παπάζωφ και άρχισε να παιανίζει στρατιωτικά ενθυμούμενος τις μέρες του στην Κομσομόλ. σε τη μηχανή του και έφυγε με μεγάλη ταχύτητα προς το σπίτι της στην Καλαμαριά.

Επιχείρησε να την καλέσει στο κινητό της αλλά το είχε κλειστό. Πήγε στο σπίτι της και δεν απαντούσε στα κουδουνίσματα. Περίμενε μέχρι αργά αλλά αυτή δεν φάνηκε. Είχε πιάσει κρύο. Έφυγε με την ουρά στα σκέλια και με ένα ερωτηματικό. Μερικές μέρες αργότερα έλαβε μια επιστολή χωρίς αποστολέα στο γραφείο του. Από αυτή ήταν. "Είσαι ψεύτης και Βούλγαρος. V." έγραφε λακωνικά. Ο Μάριος δεν μπορούσε να καταλάβει ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Όπως δεν κατάλαβε ποτέ το λόγο που η Βέρα επέμενε να φοράει μόνο ρούχα ρεκλαμέ με μικρό εύηχο όνομα.

Αυτή είχε υποψίες ότι ο καλός της δεν ήταν Έλληνας. Κάτι στην προφορά του την χάλαγε. Δεν μπορούσε να πάρει πληροφορίες από το γραφείο του ενώ δεν ήξερε κανένα γνωστό του να ρωτήσει. Η συνάντηση με το Βούλγαρο ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Και ψεύτης και Βούλγαρος λοιπόν...

Ο Μάριος έριξε μια τελευταία ματιά στη φωτογραφία, την έβαλε στο φάκελο και την έριξε στο ταχυδρομικό κουτί. Από την ώρα που μπήκε στο τρένο δεν ξαναπάτησε το πόδι του στη Σαλονίκη, ούτε στην Ελλάδα, αλλά ούτε στη Βουλγαρία. Τουλάχιστον ο παππούς του θα τον δει να στέκεται κάτω από το Λευκό πύργο και θα τον καμαρώσει.

SYNC ME @ SYNC buzz it!

Τετάρτη 30 Μαΐου 2007

Ο γητευτής του ονείρου

"If the doors of perception were cleansed everything would appear to man as it is, infinite." -William Blake

-Αν ξεκίνησες με λάθος τρόπο, όλα όσα συμβαίνουν θα ήταν αποδεικτικά της συνομοσίας εναντίον σου. Και όλα θα ήταν αυταπόδεικτα. Δεν θα μπορούσες καν να ανασάνεις χωρίς να γνωρίζεις ότι απλά είναι μέρος του σχεδίου.
-Ώστε θεωρείς πως γνωρίζεις σε τι οφείλεται αυτή η τρέλα;
-Ναι.
-Και δεν μπορούσες να την ελέγξεις;
-Όχι, δεν δύναμαι να την ελέγξω. Αν μέσα σε όλα αυτά υπάρχει ο φόβος και το μίσος, τότε συμπεραίνω ότι ο έλεγχος είναι αδύνατος.
-Θα ήταν δυνατόν να εστιάσεις σε αυτό που το Θιβετιανό Βιβλίο των Νεκρών αποκαλεί "Καθάριο Φως"; Θα μπορούσες να κρατήσεις μακριά σου κάθε τι κακό με τη βοήθειά του;
-Ίσως... ίσως να μπορούσα. Αρκεί κάποιος να μου έδειχνε εκείνη την ώρα το Καθάριο Φως. Μόνος δεν θα τα καταφέρω. Αυτό υποθέτω είναι το νόημα του Θιβετιανού τελετουργικού: Κάποιος να στέκεται απέναντί σου και να σου επεξηγεί τι είναι το κάθε τι.

Ω άριστε, άφησε ελεύθερο το μυαλό σου.
Αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν μπορώ να αφήσω ελεύθερο το μυαλό μου. Με κυριεύουν μνήμες του παρελθόντος, η πικρή γεύση των λαθών μου, όσα φοβάμαι και όσα μισώ, όσα ονειρεύομαι, αυτά είναι που κρύβουν το Καθάριο Φως.

Ρόδα-
είναι εύκολο να ζωγραφίσεις τα άνθη
όχι όμως τα φύλλα


Μπροστά στην ανυπέρβλητη και φανερή στο μάτι δόξα των άνθεων, το θαύμα του φυλλώματος έρχεται πάντα σε δεύτερη μοίρα.
Γέλασα τόσο δυνατά, που ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου.

SYNC ME @ SYNC buzz it!

Τρίτη 29 Μαΐου 2007

29 Μαΐου 1453 - Ημερολόγιο

10:54 Φοβάμαι. Τα δόντια μου τρίζουν κάθε φορά που ακούγεται μια δυνατή ομοβροντία. Το βλήμα ταξιδεύει στον αέρα και πέφτει πάνω στα τείχη σκορπίζοντας τους ηρωικούς υπερασπιστές τους. Το σφύριγμά του δεν είναι προειδοποιητικό –είναι το τραγούδι της φωτιάς πριν πέσει στα κεφάλια μας. Ίσως το επόμενο κεφάλι να ‘ναι το δικό μου. Για 56 ολόκληρες μέρες μας σφυροκοπάνε οι Οθωμανοί από τη στεριά και τη θάλασσα. Εμείς λιγοστεύουμε μέρα με τη μέρα, ενώ αυτοί μαζεύουν στρατό από όλες της πλευρές και μας σφίγγουν μέσα στα τείχη σαν τη θηλιά στο λαιμό. Σήμερα βρέχει ασταμάτητα από το πρωί και μια πυκνή ομίχλη έχει θρονιαστεί πάνω στην Πόλη. Κακό σημάδι. Το Χρυσό Κέρας έχει χαθεί από τα μάτια μας. Καθώς σουλατσάρουν ανενόχλητα στα νερά του τα πλοία του εχθρού, το μόνο που φαίνεται είναι η φωτιά που φτύνουν τα κανόνια όταν βαράνε. Πίσω μου οι Βλαχερνές είναι παραδοσμένες στον καπνό και τη σκόνη. Παντού πτώματα και οδυρμοί. Τα σοκάκια γέμισαν θρήνους και όσοι μείναμε να πολεμάμε έχουμε θεριστεί από την πείνα, τη βρώμα, την αϋπνία και τα κανόνια. Μόνο η Παναγιά των Βλαχερνών στέκεται όρθια, θαρρείς πως έχει ρίξει πάνω της ο Θεός ένα βέλο που την προστατεύει. Με το ηθικό μας να ‘χει γίνει σμπαράλια, ευτυχώς υπάρχει και η Παναγιά να μας κρατάει όρθιους στην άνιση τούτη μάχη. Βγάζω το σταυρό από το στήθος και τον φιλάω. Σφίγγω γερά τη σπάθα μου και την καρδιά μου για ν’ αντέξω.

12:04 Για μια στιγμή τα κανόνια σιωπούν. «Στα τείχη, στα τείχη γρήγορα!» ακούγεται η βροντερή κραυγή του γενοβέζου στρατηγού Ιουστινιάνη, καθώς πετάγεται όρθιος με το ξίφος στο χέρι. Οι Οθωμανοί απλώνουν σκάλες στα τείχη μας που έχουν χαμηλώσει και μας πιέζουν. «Κρατάτε γερά ορέ Ρωμιοί!» φωνάζει καθώς αποκρούουμε τα κύματα των γεννίτσαρων που προσπαθούν με λύσσα να μας απωθήσουν. Σκαρφαλώνουν στα τείχη κι εμείς από πάνω τους ρίχνουμε καυτό λάδι και φωτιά, μα αυτοί, σαν να τους σπρώχνει ένα αόρατο χέρι, δεν εγκαταλείπουν, ούτε σκιάζονται, κατεχόμενοι από μια μανία απάνθρωπη πεθαίνουν με οργή στα μάτια, όχι με φόβο. Κάθε φορά τους νικάμε, κάθε φορά ξανάρχονται όλο και περισσότεροι, σαν τα κύματα της θάλασσας που φουρτουνιάζει και δεν την βαστάει ο μόλος. Εμείς αντέχουμε, μα οι νίκες αυτές δεν φτάνουν για να μας ανεβάσουν το πεσμένο ηθικό, φαντάζουν προσωρινές μπρος στο κακό που έχει σκύψει από πάνω μας και μας πλακώνει. Φοβάμαι κι εγώ, φοβούνται κι όλοι δίπλα μου, ο φόβος μας μυρίζει στον αέρα και φτάνει στις μύτες των Οθωμανών. Τα αδύναμα τείχη αυτά είχαν προδώσει την Πόλη πριν από 250 χρόνια, όταν οι Φράγκοι είχαν πάρει την Πόλη. Οι εχθροί μας το ξέρουν, γι’ αυτό τώρα το χτυπούν με τα μεγάλα κανόνια τους. Και τι δεν έχουν δοκιμάσει για να μπουν στην Πόλη οι εχθροί… Μέρες και νύχτες έσκαβαν Σέρβοι σκαφτιάδες ν’ ανοίξουν σήραγγα κάτω από τα τείχη, αλλά ανακαλύψαμε το κόλπο τους και τους σακατέψαμε. Από όλη την Ανατόλια έστειλαν άτακτους βαζιβουζούκους σαν πρόβατα σε σφαγή, αφού ήμασταν καλά ταμπουρωμένοι και τους διαλύσαμε. Κατάφεραν όμως να πάρουν τον Γαλατά και να κόψουν τις προμήθειες που μας έφερναν οι Γενοβέζοι με τα πλοία τους. Τότε μπήκαν στο Χρυσό Κέρας και από τότε μας χαλάνε τα τείχη πέτρα την πέτρα.

14:53 Οι γεννίτσαροι μας έχουν ζώσει από κάτω. Κάτι ετοιμάζουν.

19:41 Μια γερή κανονιά είχε γκρεμίσει το τείχος πάνω από την Κερκόπορτα και την άνοιξε. Όταν το κατάλαβαν οι Οθωμανοί, ξεχύθηκαν μέσα στην Πόλη. Πρώτος ο Ιουστινιάνης ορμά στη μάχη μαζί με τα πρωτοπαλίκαρά του για να σπρώξουν τους Οθωμανούς έξω από τα τείχη. Ανταμώσαμε τους γεννίτσαρους μέσα στα χαλάσματα και ήρθαμε στα χέρια. Πίσω τους ακολουθούν εκατοντάδες άλλοι κραυγάζοντας, ενώ εμείς είμαστε μια χούφτα πολεμιστές. Οι κατάφρακτοι εφορμούν μέσα στη μάχη, τα άλογα πατάνε πάνω σε πτώματα αλλά εκεί τους περιμένουν με κοντάρια οι Οθωμανοί και τους ανακόπτουν. Δίχως ορμή οι καβαλάριδες μέσα στη μάχη παλεύουν να σταθούν, αλλά με τα χέρια και τις λόγχες τους πετάνε κάτω. Ο φόβος πλέον έχει κυριεύσει τα κορμιά μας που τρέμουν και σαν κλοτσιά στο στομάχι μας καλεί η φυγή, να φύγουμε όλοι, να ζήσουμε λίγο ακόμα, να κατεβάσουμε τα όπλα και να παραδοθούμε στον εχθρό μήπως δείξει επιείκεια και μας αφήσει να ζήσουμε. Η Πόλη όμως μας κοιτά και βασίζεται πάνω μας. Πρέπει να πολεμήσουμε. Για την Πόλη. Για τον Αυτοκράτορα. Για το Θεό μας. Ξαφνικά ο Ιουστινιάνης πέφτει κάτω βαριά τραυματισμένος από μια λόγχη στο πλευρό. Οι Γενοβέζοι τρομάζουν βλέποντας τον ατρόμητο αρχηγό τους στα αίματα και κάνουν πίσω. Είναι πολλοί οι εχθροί και δεν τους βαστάμε άλλο. Πισωπατάμε και πέφτουμε ένας ένας. Τα πρώτα λάβαρα των Οθωμανών στήνονται πάνω στα τείχη. Τότε από άκρη σε άκρη η τρομακτική είδηση φτάνει σε όλη την Πόλη. «Η Πόλις Εάλω».

20:07 Πολή την λένε επειδή είναι η ομορφότερη πόλη του κόσμου. Ο Γαλατάς, η Πέρα, ο Βόσπορος και η Αγιά Σοφιά θα μείνουν θύμησες να ταξιδεύει ο νους μου εκεί στον κάτω κόσμο και να φχαριστιέται. Δεν με βαστά το βάρος του σπαθιού και η πανοπλία με κουράζει. Ας βγάλω την περικεφαλαία ν’ αντικρίσω καλά για τελευταία φορά την Πόλη. Ας γονατίσω περιμένοντας τη μοίρα μου. Δεν θα την ξαναδώ ποτέ.


Από το ημερολόγιο ενός υπερασπιστή της Πόλης.

SYNC ME @ SYNC buzz it!

Δευτέρα 16 Απριλίου 2007

Το αξίωμα του Έρωτα


Λέν' πως ο δρόμος για τον Παράδεισο
είναι πολύ μακρύς
και περνά μέσα από την Κόλαση.
Εκεί, στις πύρινες γλώσσες
ευτυχισμένος είναι όποιος παρέδωσε την καρδιά του
και την πήρε πίσω ακέραιη και άτρωτη.
Δεν έχει ζήσει αληθινά
όποιος δεν έχει κάνει αυτό το ταξίδι.
Δεν είσαι τίποτα, εσύ, διαβάτη
που στη θέα της Κόλασης πήρες το δρόμο της επιστροφής.
Μόνο σέρνεις ένα ξύλινο κορμί με απαίδευτη καρδιά
στη φυλακή που επινόησες ο ίδιος.
Κι αν καίγεσαι ολόκληρος, αν η ανάσα σου δυσκολεύει
κι αν ακόμα τα πατήματά σου είναι ασήκωτα,
εσύ πρέπει για το χατήρι της λύτρωσής σου
να επιμείνεις.
Η πιο αγνή καρδιά είναι αυτή που δεν σου ανήκει.
Να μη φοβάσαι να τη δώσεις
όταν αυτή καρτερικά προσμένει να καεί-
γιατί αυτό είναι το αξίωμα του Έρωτα.

SYNC ME @ SYNC buzz it!

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2007

Το μικρό σπίτι στον κάμπο

Κατηφορίζω το μικρό χωμάτινο δρομάκι που οδηγεί κάτω στον Άγιο Νικόλα, το μικρό εκκλησάκι που χτίστηκε σχεδόν 200 χρόνια πριν, πάνω στο κύμα του Μεσσηνιακού κόλπου. Ένας καπετάνιος το 'χε θεμελιώσει, για να είναι το τελευταίο πράγμα που θα βλέπει πριν βγει στ' ανοιχτά και το πρώτο καθώς επιστρέφει. Για το γούρι και την προστασία του αγίου το 'βαλε πάνω στους βράχους που χωρίζουν τη θάλασσα από το χώμα, να στέκει ακίνητος φρουρός των ναυτικών και των ψαράδων.

Δίπλα από το εκκλησάκι ο πρώτος εφήμερος είχε χτίσει μια καλύβα, όπου είχε μεταφέρει όλο το βιός του για να 'ναι κοντά στον άγιο και να τον φροντίζει. Η καλύβα πέρασε στον επόμενο και στον μεθεπόμενο, μέχρι που σταμάτησαν οι λειτουργίες, κατέβηκαν τα λάβαρα, σταμάτησε η καμπάνα και ερήμωσε η καλύβα.

Ελιές και άγρια βλάστηση ζώνουν το τοπίο, θαρρεί κανείς πως το στριμώχνουν ανάμεσα στο βουνό και τη θάλασσα. Το γκριζοπράσινο του βουνού, το καφεπράσινο του κάμπου και το πρασινογαλάζιο της θάλασσας, όλα πράσινα, χάνονται το ένα μέσ' στο άλλο και ξαναγεννιούνται. Στην άκρη αυτού του καμβά ρεμβάζουν ακροβατώντας πότε στη θάλασσα και πότε στον κάμπο η ολόλευκη εκκλησία και η καλύβα δίπλα της.

Είχα χρόνια να κατέβω εκεί κάτω. Το μονοπάτι είχε στενέψει από τα βάτα, σαν να έπλεκε μονάχο του μια παγίδα για τους επισκέπτες, τους τουρίστες, τους περαστικούς που θα κατέβουν εκεί κάτω για να κολυμπήσουν και να αφήσουν την απουσία τους. Το μονοπάτι τους εμποδίζει όσους δεν ξέρουν τι καλό υπάρχει εκεί κάτω. Εγώ όμως ξέρω και προχωρώ.

Καθώς φτάνω κάτω, βλέπω κάτι που δεν είχα δει ποτέ, παρά μόνο είχα ακούσει από τον πατέρα μου κι αυτός από τον παππού μου. Έναν άνθρωπο.

Η πόρτα της εκκλησίας ήταν ανοιχτή, θαρρεί κανείς έτοιμη να υποδεχτεί πιστούς. Το λάβαρο ήταν ψηλά και τα κεριά αναμένα. Δίπλα, στην καλύβα, ο άνθρωπος καρφώνει μια σανίδα στον τοίχο. Κάποια τρύπα κλείνει.

Τελευταία φορά που είχα κατέβει, είχα αντικρίσει ερείπια. Τώρα βλέπω ζωή. Ένας ψιλόλιγνος άντρας με αραιά πυρόχρωμα μαλλιά γύρω στα 70, έσταζε κάτω από τον ήλιο και ο ιδρώτας του είχε μουσκέψει το κεφάλι, το στήθος και τα μπράτσα του που γυάλιζαν. Τον πλησίασα. "Καλημέρα πατριώτη!" είπα. Γύρισε σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό του. "Καλημέρα!" απάντησε με σπαστά ελληνικά. "Ξένος είναι" σκέφτηκα. "Πως δουλεύεις με τέτοια ζέστη;" ρώτησα, θεωρώντας ότι είναι εργάτης της κοινότητας ή κάτι τέτοιο, που συντηρεί τα κτίσματα. "Θέλει δουλειά για να γίνει σπίτι" απάντησε σχεδόν αναστενάζοντας. Περίεργα λόγια... σπίτι για ποιόν; Ή μήπως μίλησε τόσο ασύντακτα που κατάλαβα διαφορετικά;

Ο Γκερντ είναι Γερμανός, πρώην πολιτικός μηχανικός νυν συνταξιούχος. Η καλύβα του ανήκει καθώς την αγόρασε από την κοινότητα. Πολλές φορές είχε επισκεπτεί την Ελλάδα και όνειρό του ήταν να αγοράσει ένα σπιτάκι και να περάσει σ' αυτό το υπόλοιπο της ζωής του, μακριά από τον πολιτισμό όπως τον είχε συνηθίσει, μακριά και από τις παλιές του συνήθειες, μακριά απ' όλα όσα τον χαρακτήριζαν. Όνειρό του ήταν ή νέα αρχή σε μια νέα πατρίδα, για να βρει τον αληθινό Γκερντ.

Κουβεντιάσαμε για πολύ ώρα. Μου αφηγήθηκε πως άφησε την παλιά ζωή του όταν πέθανε η γυναίκα του. Πως αποχαιρέτησε τα δυο παιδιά του. Πως έκλεισε πίσω το κεφάλαιο της παλιάς ζωής του. Στη νέα του ζωή έχει γίνει αγρότης, για να παράγει την τροφή του. Έχει γίνει ψαράς με παρέα το ηλιοβασίλεμα. Έχει γίνει ποιητής μιλώντας στον άνεμο και μουσικός ακούγοντας το κύμα. Ο ήλιος είναι ο καλύτερος γείτονάς του και η πρώτη του καλημέρα. Το φεγγάρι είναι η μορφή της γυναίκας του και των παιδιών του. Έχει ένα laptop στην καλύβα. Μοναδική ένδειξη πολιτισμού. Αλλά δεν το χρησιμοποιεί εδώ και μήνες. Ό,τι είχε να πει, το έχει ήδη πει και ό,τι ήταν να ακούσει το άκουσε.

Έπεσε ο ήλιος και τον αποχαιρέτησα. Με ευχαρίστησε για την παρέα κι εγώ τον ευχαρίστησα για το μάθημα ζωής. Έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Ο Γκερντ χτύπησε ελαφρά την καμπάνα. Ή μήπως ήταν ο άνεμος; Σταμάτησε ο χρόνος στην ακροθαλασσιά... Θα ξαναέρθω του χρόνου τέτοια εποχή.

SYNC ME @ SYNC buzz it!