Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007

Ο καφές του νευρωτικού συγγραφέα

Έστριψα ένα τσιγάρο εν ριπή οφθαλμού και σήκωσα ψηλά το ποτήρι με τον καφέ για να εξετάσω το περιεχόμενό του στο φως. «Πάλι αραιό τον έκανε ο άχρηστος» ψέλλισα και έχωσα το στριφτό στο στόμα μου. Το άναψα και το βούλωσα για μερικά δευτερόλεπτα μπας και ηρεμήσω αλλά δεν άντεξα περισσότερο. «Παρακαλώ, μήπως έχετε ώρα;» ρώτησα έναν τύπο που καθόταν στο διπλανό τραπέζι βυθισμένος σε μια αθλητική εφημερίδα. «Μισό λεπτό να κοιτάξω» είπε και μέχρι να διπλώσει την εφημερίδα, να την ακουμπήσει στο πλάι, να βγάλει το κινητό από την τσέπη του, να ξεκλειδώσει και να πατήσει το κουμπάκι για να δει την ώρα, τα νεύρα μου είχαν γίνει κορδέλες. Από τότε που βγήκαν τα γαμοκινητά κανείς δεν φοράει ρολόι. «Είναι τρεις και δεκαεπτά λεπτά ακριβώς» απάντησε. «Άρα πριν τρία λεπτά που τον ρώτησα ήταν τρεις και δεκατέσσερα λεπτά», υπέθεσα νοερά. «Πρέπει να πάρω ρολόι» σκέφτηκα «ή έστω ένα κινητό».

Είμαι 32 ετών αλλά δεν φαίνεται. Η ημερομηνία γέννησης που αναγράφεται στην ταυτότητα έχει ξεθωριάσει. Όποιος έχει επιχειρήσει να μαντέψει την ηλικία μου έπεσε έξω τουλάχιστον 4 χρόνια. Σήμερα μάλιστα που κλείνω τα 32 (για άλλους τα 36) είναι η σπουδαιότερη ημέρα της ζωής μου. Πρόκειται να εκδόσω το πρώτο μου μυθιστόρημα. Το ραντεβού με τον εκδότη είναι για τις τέσσερεις ακριβώς, στον τέταρτο όροφο του κτιρίου που βρίσκεται απέναντι από το καφέ. Μερικές φορές βλέπω κίνηση μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα. Υποθέτω πως δεν έχουν κλιματιστικό, αφού με τέτοια ζέστη ακόμα και η σκιά είναι ανυπόφορη. Ήδη είμαι στο καφέ δυο ώρες και αυτός είναι ο τρίτος καφές που πίνω ή για να το διατυπώσω ορθότερα το τρίτο καφεζούμι. Από το πρωί έχω ξεφυλλίσει τα χαρτιά που περιέχουν το πρωτόλειό μου τουλάχιστον 123 φορές. Τα έχω διαβάσει, τα έχω φυλλομετρήσει, τα έχω διπλώσει με όλους τους δυνατούς τρόπους, τα έχω αλφαδιάσει χτυπώντας τα πάνω στο τραπέζι, ενώ την τελευταία σελίδα, που ήταν κενή, την έκανα σαΐτα. Πίνω μια γουλιά καφέ και ξαναρωτάω την ώρα. Μάλλον δίκιο είχε ο τύπος δίπλα που με στραβοκοίταξε. Είχαν περάσει μόλις τέσσερα λεπτά από την τελευταία φορά που τον ρώτησα.

«Κύριε, είστε καλά;» καθώς κουνούσα ρυθμικά το πόδι μου μέσα έξω κάτω από το τραπεζάκι δεν αντιλήφθηκα ότι η ερώτηση απευθυνόταν σε εμένα. «Κύριε;» επανέλαβε δυνατότερα για να βεβαιωθεί ότι τον άκουσα. «Καλά είμαι, καλά είμαι» του απάντησα. Μου φτάνει ένας μπελάς την ημέρα, ας μη με πάρουν και για τρελό, σκέφτηκα και προσπάθησα να ηρεμήσω. Μάταιος κόπος. Το αριστερό μου πόδι έμοιαζε εντελώς ανεξέλεγκτο. Τότε ο απέναντι σηκώθηκε από το τραπέζι του και κάθισε στο δικό μου. «Ονομάζομαι Γουάιτ. Τίμοθι Γουάιτ» είπε τείνοντας το χέρι του προς το μέρος μου. Διέκρινα με μιας το μανικετόκουμπο στο λευκό του πουκάμισο -ένα ασημένιο ζευγάρι ζαριών, που μου κίνησε την περιέργεια. «Δεν έχω να χάσω τίποτα, αν είναι ήδη όλα χαμένα» σκέφτηκα για λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να δώσω το χέρι μου. «Πέρσιβαλ Γκρίνφιλντγιαρντ -παρακαλώ, λέγε με Πέρσι» χαμογέλασα αμήχανα. «Έχετε πολύ ενδιαφέρον επώνυμο κύριε Γκρίνφιλντγιαρντ, μάλλον δεν είστε από τα μέρη μας. Από που έρχεστε αν επιτρέπετε;» Μέχρι να σχηματίσει τη φράση του είχα στρίψει, ανάψει και τραβήξει μια γερή ρουφηξιά. «Όχι, όχι, δεν είμαι από το Λονδίνο. Γεννήθηκα και ζω στο Γκλόστερ, βόρεια, ξέρετε». Σιγά μην ξέρει. Όλοι οι χάρτες των Λονδρέζων σταματούν στο Ρέντμπριτζ. Μειδίασα ελαφρά. «Δεν είμαστε συνηθισμένοι σε τέτοια ζέστη εκεί πάνω!» είπα κοιτάζοντας ερευνητικά τον κουστουμαρισμένο κύριο από τα μαλλιά μέχρι τα παπούτσια. Γκρι κουστούμι, μπλέ γραβάτα, μαύρα γυαλιστερά παπούτσια και κοντά ξανθά μαλλιά, παρ' όλη τη ζέστη δεν έχει ιδρώσει καθόλου. Αντίθετα εγώ είμαι μούσκεμα και οι παλάμες μου ιδρωκοπάνε. Μάλιστα, σε μια απόπειρα να πιάσω τον καφέ μου, το ποτήρι γλύστρισε και έπεσε στο πλακόστρωτο. Ευτυχώς κανείς δεν λερώθηκε εκτός από τα παπούτσια μου. «Ωραία» σκέφτηκα «τώρα όταν περπατάω θα ακούγεται και κλατς κλατς». Παρήγγειλα και τέταρτο καφέ.

Η ώρα είναι τέσσερεις παρά είκοσι. «Λοιπόν, με τι ασχολείστε;» ρώτησε ακουμπώντας το δεξί του χέρι στο πηγούνι του. «Είμαι συγγραφέας» απάντησα μηχανικά «επίδοξος, αλλά συγγραφέας» πρόσθεσα με μια χείριστη απόπειρα για αυτοσαρκασμό. «Εγώ κύριε Γκρίνφιλντγιαρντ, ας πούμε ότι ασχολούμαι με τα θεάματα» είπε ο Γουάιτ, επιβεβαιώνοντας τη μαντεψιά που έκανα όταν παρατήρησα τα μανικετόκουμπα. «Αφήστε με να μαντέψω… είστε μπούκι, έτσι δεν είναι;» «Προς Θεού, όχι!» είπε. «Απλώς μ’ αρέσει να βάζω στοιχήματα». «Αυτό είναι χόμπυ» του είπα. «Νομίζετε κύριε; Δηλαδή εσείς φερειπείν, που δηλώνετε συγγραφέας, είστε χομπίστας;» Ξαφνιάστηκα από την ερώτηση. Υπήρξα ταξιτζής, μάγειρας, μπάρμαν, νταβατζής και δεκάδες άλλα, όμως ποτέ δεν ήμουν αληθινός συγγραφέας, κάτι που ήθελα να αλλάξω μια για πάντα σήμερα. «Δηλαδή τι είδους στοιχήματα βάζετε;» ρώτησα για να ξεφύγω απ’ την αμηχανία μου. «Για ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Τις προάλλες ας πούμε καθόμουν εδώ σ’ αυτό το καφέ, εδώ στο τραπέζι που καθόμαστε με έναν γνωστό μου. Κάποια στιγμή που ένας σκύλος φαινόταν έτοιμος να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, έβαλα στοίχημα ότι θα τον χτυπούσε αυτοκίνητο. Ο φίλος μου έβαλε 10 λίρες ότι αυτό είναι απίθανο, βασιζόμενος προφανώς στα φιλοζωικά αισθήματα αλλά και στην οδική παιδεία των Βρετανών οδηγών, οι οποίοι στη θέα του σκύλου θα κοκκάλωναν το αυτοκίνητό τους για να περάσει. Όμως την ώρα που ο σκύλος αποφάσισε να διασχύσει το δρόμο, πέρασε από το σημείο αυτό ένα περιπολικό με ιλλιγγιώδη ταχύτητα και εκσφενδόνισε το άτυχο ζώο τουλάχιστον 30 μέτρα μακριά. Φυσικά κέρδισα το στοίχημα.» Δεν ξέρω τι είναι περισσότερο άξιο απορίας. Η κωλοφαρδία του κυρίου Γουάιτ, η ανόητη αλλά στηριγμένη σε ορθολογισμό ιδέα του φίλου του που δέχτηκε να βάλει τέτοιο στοίχημα ή η γκαντεμιά του σκύλου. Ποτέ δεν βάζω στοιχήματα. Πάντα ήμουν και θα είμαι άτυχος.

Πήγε ήδη τέσσερεις παρά δέκα. Ήμουν τόσο νευρικός που τα μάτια μου έπαιζαν πότε προς το κτίριο απέναντι και πότε προς τον κύριο Γουάιτ. Το σώμα μου ολόκληρο κλυδωνιζόταν σαν μια κουδουνίστρα στα χέρια μωρού επτά μηνών. Αυτός έδειχνε τόσο ατάραχος, τόσο άνετος, όσο θα ήθελα να είμαι κι εγώ όχι μόνο για εκείνη τη στιγμή, αλλά για όλη μου τη ζωή. Ξάφνου μου ήρθε μια απίθανη ιδέα που θα με γλύτωνε από το μπελά που πήγα να μπλέξω. «Κύριε Γουάιτ, έχω μια πρόταση για εσάς. Τι θα λέγατε αν πηγαίνατε εσείς αντί για εμένα στο ραντεβού με τον εκδότη; Δεν χρειάζεται να παραστήσετε εμένα. Ορίστε, αλλάζω και το όνομα στο κείμενο. Πείτε ότι είχατε χρησιμοποιήσει ψευδόνυμο» βιαστικά έσβησα το όνομά μου και έγραψα το δικό του «Εσείς έχετε το προφίλ του συγγραφέα. Νομίζω ότι ο τυχοδιοκτισμός και το ρίσκο που σας διακρίνουν είναι τα ιδανικά χαρακτηριστικά ενός συγγραφέα, δεν βρίσκετε;» μετά το χειμμαρώδες λογίδριό μου, ο κύριος Γουάιτ απλώς έγνεψε καταφατικά και έκανε ένα νόημα προς τα κάτω με το δάχτυλο δείχνοντας αυτό που κρατούσα. Σηκώθηκα από την καρέκλα μου βιαστικά αφήνοντας πίσω μου ένα μάτσο χαρτιά κι έναν χαμογελαστό Λονδρέζο. Χώθηκα στο πρώτο στενό και δεν γύρισα ποτέ πίσω. Με λίγη τύχη, που ο κύριος Γουάιτ την έχει περισσή, το έργο μου θα γίνει μπεστ σέλλερ με τη μία. Ίσως αγοράσω την πρώτη έκδοση αν σταθώ αρκετά τυχερός και προλάβω πριν εξαντληθεί.

SYNC ME @ SYNC buzz it!

14 Ιουνίου 1987

Οι άνθρωποι που τοποθέτησαν την Ελλάδα στον παγκόσμιο μπασκετικό χάρτη.
Το γεγονός που έκανε δεκάδες χιλιάδες πιτσιρίκια να ασχοληθούν με την πορτοκαλί μπάλα.

Με τη συνοδεία άσματος ηρωικού και νικηφόρου:
Με το Γκάλη, το Γιαννάκη, το Φασούλα και τ' άλλα παιδιά
προχωράμε και νικάμε και το κύπελλο είναι κοντά!

Είμαι από τους τυχερούς που έζησαν εκείνες τις μέρες. Ήταν η πρώτη φορά στην Ιστορία του Ελληνικού έθνους όπου τόσος κόσμος βγήκε στους δρόμους για μη πολιτικούς λόγους.

SYNC ME @ SYNC buzz it!

Μπλογκοκότερα και κρουαζιέρες στο διαδίκτυο

Αγαπητοί συμπλογκιστές και αγαπητές συμπλογκίστριες,

Προσοχή! Η ευγενής τάξης των διαφημιστάδων δεν έχει ιερό και όσιο. Ποτέ δεν θα καταλάβουν πως είναι δυνατό να υπάρχουν εκεί έξω στις θάλασσες του διαδικτύου κάποια καραβάκια που προτιμούν να αρμενίζουν όπως και με όποιον γουστάρουν. Μην ενδίδετε στα εκ του πονηρού και με το αζημίωτο καλέσματά τους. Στην πρώτη ομίχλη πάλι μόνοι θα αρμενίζετε.

Εμείς, τα φτωχά καραβάκια, δεν έχουμε σκοπό να παραβγούμε με τα κότερα που μας αντιτάσσουν. Αυτά είναι φτιαγμένα για να τρέχουν πάνω σε ηλεκτρονικά κύματα -εμείς ατενίζουμε το πέλαγος ταξιδεύοντας αργά και γεμίζει το μάτι μας. Αυτά είναι χλιδάτα, ενώ τα δικά μας δεν έχουν ούτε άγκυρα. Αυτά γεμίζουν από κόσμο και κοσμάκι, ενώ τα δικά μας με το ζόρι παίρνουν δυο επιβάτες χωρίς να βουλιάζουν.

Κλέβοντας τον Ρήγα θα πω τούτο:
Καλά αρμενίζει όποιος αρμενίζει ελεύθερα.

Εγώ θα συνεχίσω να αρμενίζω όπως γουστάρω και σε όποιον αρέσει.

Σας προτρέπω να κάνετε το ίδιο.

Καλό ταξίδι σε όλους!

SYNC ME @ SYNC buzz it!