Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Ο Τελευταίος των Ελλήνων

Athens, El.Venizelos 25/3/2021

Κρατώ το εισιτήριο σφιχτά στο χέρι και περιμένω στην ουρά των αναχωρήσεων. Κάποια στιγμή φτάνει η σειρά μου. Βγάζω το διαβατήριο από την τσέπη του σακακιού. "Καλωσήρθατε στο αεροδρόμιο της Αθήνας" με καλωσορίζει ο ελεγκτής με σπαστά αγγλικά και του δίνω ανοιχτό το διαβατήριό μου και το εισιτήριο. Αυτός περνάει το διαβατήριο στο bar code reader. Κοιτάζει την οθόνη έκπληκτος. Ακυρώνει την προηγούμενη καταχώρηση και το ξαναπερνάει. Η αρχική έκπληξη γίνεται βεβαιότητα.
"Ντάνιελ, κάθισε στο πόστο μου σε παρακαλώ". Φεύγει με το διαβατήριό μου στο χέρι και μπαίνει στο γραφείο του αστυνομικού προϊστάμενου του αεροδρομίου.
Το γραφείο έχει μια βιτρίνα ακριβώς απέναντι από το check in. Ο ελεγκτής δίνει το διαβατήριο στον αστυνομικό λέγοντάς του κάτι. Αυτός το ανοίγει, το κοιτάζει λίγα δευτερόλεπτα και σηκώνει το βλέμμα του προς το μέρος μου. Ατάραχος, μου κάνει νόημα να πλησιάσω. "Αυτό μας έλειπε τώρα..." σκέφτηκα. Ανοίγω την γυάλινη πόρτα και μπαίνω στο γραφείο.
"Καθίστε παρακαλώ" μου λέει χαμογελώντας με επιτηδευμένη ευγένεια ο αστυνομικός. Θα ορκιζόμουν ότι με κοροϊδεύει. Κάθισα αμήχανα σε μια καρέκλα μπροστά στο τετράγωνο 1x1 τραπεζάκι, όπου στίβες χαρτιά ορθώνονταν πλαισιώνοντας τον αστυνομικό σαν δίδυμοι πύργοι. Με κοίταζε επίμονα, διερευνητικά, με εκείνο το περιπαικτικό χαμόγελο να μη φεύγει από το πρόσωπό του. Έγειρα το κορμί μου προς το μέρος του θέλοντας να πω κάτι, αλλά δεν πρόλαβα.
"Μην ανησυχείτε" μου λέει "πρόκειται για τυπικό έλεγχο ρουτίνας". Για κάποιο λόγο δεν ησύχασα με αυτά τα λόγια. Μάλλον σε όλους τα ίδια λένε, είτε πρόκειται για υπόδικους που προσπαθούν να διαφύγουν από τη χώρα είτε για βαποράκια που κουβαλάνε πάνω τους μικροποσότητες.
"Σε λίγα λεπτά θα είστε στο αεροπλάνο σας" συνέχισε. "Που πηγαίνεται παρακαλώ;"
"Πηγαίνω στη Βοστώνη των Ηνωμένων Πολιτειων" αποκρίθηκα.
Απλώνει το χέρι του προς το εισιτήριό μου. Από την ώρα που πέρασα τις πύλες του αεροδρομίου το σφίγγω τόσο που κοντεύει να σκιστεί.
"Μπορώ;" μου λέει. Το δίνω διστακτικά.
"Είναι μεγάλο το ταξίδι για την Αμερική" λέει επεξεργαζόμενος το εισιτήριο. "Δεν βλέπω όμως το απόκομμα της επιστροφής. Που το κρατάτε;" είπε κοιτάζοντάς με.
Σκέφτηκα να πω ότι δεν θα επιστρέψω κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή με εκείνη τη σκέψη η καρδιά μου σφίχτηκε. Κατάλαβα ότι ποτέ δεν θα γυρίσω στην Ελλάδα. Βουβάθηκα και το βλέμμα μου χάθηκε στο χάρτη πίσω από την πλάτη του αστυνομικού. Αθήνα, δεν θα σε ξαναδώ. Αιγαίο μου πέλαγος, δεν θ' αντικρύσω ξανά τα γαλανά νερά σου. Ελλάδα, σε χάνω για πάντα.
"Τι σας συμβαίνει; Είστε καλά;" ρωτά ο αστυνομικός. Κόμπιασα και τον κοίταξα έντρομος.
"Δεν θα γυρίσω στην Ελλάδα" απάντησα. Από το ύφος του αστυνομικού θεώρησα ότι αυτή την απάντηση περίμενε να ακούσει. Το χαμόγελο έγινε πιο πλατύ και τα κίτρινα δόντια του φάνηκαν. Αμέσως λέει στον ελεγκτή να γυρίσει στο πόστο του. Σηκώνει το τηλέφωνο δίπλα του και καλεί έναν αριθμό. Δεν σταματά να με κοιτάζει ούτε για δευτερόλεπτο.
"Τον αρχηγό παρακαλώ... από την ασφάλεια αεροδρομίου El.Venizelos... Αρχηγέ καλημέρα σας. Αστυνόμος Γκιόργκι Κοπάζι εδώ. Έχω να σας ανακοινώσω ένα σημαντικό γεγονός. Αυτή τη στιγμή έχω απέναντί μου έναν ιδιαίτερο πολίτη. Σύμφωνα με τα αρχεία του υπουργείου εσωτερικών πρόκειται για γηγενή. Αυτό όμως που καθιστά το γεγονός ιδιαίτερο, είναι ότι πρόκειται για τον κάτοχο του τελευταίου ελληνικού διαβατηρίου που έχουμε εν ισχύ στα αρχεία μας. Υπουργέ μου, έχω απέναντί μου τον τελευταίο Έλληνα"! Το χαμόγελο του αστυνομικού έγινε ενθουσιασμός στην τελευταία φράση. Τότε αντιλήφθηκα ότι ο ελεγκτής, μερικοί υπάλληλοι του αεροδρομίου και κάποιοι περίεργοι είχαν συγκεντρωθεί έξω από το γραφείο και κοιτούσαν μέσα από τη βιτρίνα. Ένιωσα σαν φυλακισμένο ζώο σε ζωολογικό κήπο. Σάστισα και έσκυψα το κεφάλι.

Όλα ξεκίνησαν περίπου πριν 70 χρόνια. Οι Έλληνες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αναζήτησαν την τύχη τους μεταναστεύοντας ανά χιλιάδες σε δεκάδες πόλεις σε όλο τον κόσμο. Δεν υπάρχει Έλληνας χωρίς συγγενείς στο εξωτερικό. Οι δικοί μου βρίσκονται στην Βοστώνη από το 1949. Λοιπόν, για κάποιο λόγο η Ελλάδα μετά την κατοχή από τους Γερμανούς δεν κατάφερε να σηκώσει ποτέ κεφάλι. Η Ελλάδα αποθεμελιώθηκε σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια. Από τότε στην Ελλάδα ανθίζει η πολιτική διαφθορά, ως επακόλουθο των υποτελών, των δοσιλόγων, των ρουφιάνων και των προδοτών που πλούτισαν και ήκμασαν τότε. Αυτή ήταν η αρχή του τέλους. Το τελικό χτύπημα δόθηκε πριν δέκα χρόνια. Τότε η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας έκρινε ότι για τις συνέπειες της πολιτικής διαφθοράς έπρεπε να πληρώσουν οι Έλληνες πολίτες. Οι απολύσεις ήταν μαζικές. Οι βιομηχανίες και οι επιχειρήσεις έβαζαν λουκέτο καθημερινά. Η ανεργία έφερε αύξηση της εγκληματικότητας και πτώση του μεροκάματου. Η εξαθλίωση δεν άργησε. Τότε άρχισε το μαζικότερο κύμα μεταναστεύσεων που γνώρισε ποτέ ο τόπος. Σταδιακά αυξανόταν ο αριθμός των αλλοδαπών πολιτών σε αντίθεση με τον αριθμό των γηγενών που μειωνόταν. Ο ρυθμός γεννήσεων έπεσε στο μηδέν και κόλλησε εκεί. Παρηκμασμένο καθώς ήταν το Εθνικό Σύστημα Υγιείας και τα ασφαλιστικά ταμεία εντελώς άδεια, οι ηλικιωμένοι πέθαιναν από έλλειψη φαρμάκων και ανεπαρκής περίθαλψη. Οι νέοι Έλληνες έφευγαν ενώ αυτοί που έμεναν πίσω ήταν υπερήλικες. Κάποια στιγμή οι αλλοδαποί άρχισαν να οργανώνονται σε κόμματα. Κέρδισαν στην αρχή κάποιους δήμους, στη συνέχεια κάποιες περιφέρειες και πριν λίγους μήνες το Κόμμα Αλλοδαπών Ελλάδας ανέλαβε την εξουσία. Σήμερα οι Έλληνες κάτοικοι δεν ξεπερνούν τους 100.000 κι αυτοί είναι υπερήλικες και βρίσκονται διάσπαρτοι κυρίως σε αγροτικές περιοχές. Οι υπόλοιποι είτε έφυγαν είτε πέθαναν.

Ξεροκατάπια και προσπάθησα να ξεθολώσω. Δεν κατάφερα να παρακολουθήσω τη συνέχεια του διαλόγου. Το μόνο που άκουσα ήταν το τηλέφωνο να κλείνει. Όταν σήκωσα το βλέμμα, ο αστυνομικός Γκιόργκι Κοπάζι με κοιτούσε χαμογελαστός. Έμεινε αμίλητος για ορισμένα δευτερόλεπτα. Θα μπορούσε να μείνει έτσι και να με αφήσει να φύγω. Ήμουν όντως ο τελευταίος Έλληνας κάτω των 67 ετών στην Ελλάδα; Προσπάθησα να το επεξεργαστώ με ψυχραιμία. Δεν γίνεται.
"Λοιπόν; Τι λέγαμε; Α ναι, φεύγετε για πάντα" είπε ανάβοντας ένα τσιγάρο. Ζήτησα λίγο νερό. Μου έσπρωξε ένα ποτήρι που μάλλον είχε από τον καφέ του. Το ήπια γρήγορα, το μισό έπεσε στο πουκάμισό μου.
"Με χρειάζεστε κάτι άλλο; Πετάω σε λίγα λεπτά" είπα με φανερό εκνευρισμό.
"Ω με συγχωρείτε! Μα πως περνάει η ώρα! Μπορείτε να πηγαίνετε!" είπε κοιτάζοντάς με καθώς πήγαινα προς την πόρτα. "...και καλό ταξίδι" συμπληρώνει με το χαμόγελό του να έχει φτάσει μέχρι τ' αυτιά.
Βγαίνοντας από το γραφείο του αστυνομικού είχα την αίσθηση ότι όλοι με κοιτούσαν. Άλλοι με απορία, άλλοι με χαμόγελο, άλλοι με συμπάθεια. Προσπάθησα να μην αλλάξω βλέμμα με κάποιον για να μην τσαντιστώ. Δεν αντέχω να βλέπω τα χαμόγελά τους. Συνεχώς ψιθυρίζουν, τους βλέπω να χασκογελάνε, να ανεβοκατεβάζουν τα κεφάλια τους, ενώ κάποιοι περαστικοί κοντοστέκονται απορημένοι. Προχωρώ βιαστικά στον ατελείωτο διάδρομο. Με την ταμπέλα του τελευταίου Έλληνα στην πλάτη, φεύγω για την θύρα μου. Μόλις που προλαβαίνω και το ταξίδι είναι μακρύ.

SYNC ME @ SYNC buzz it!